Ο Άνθρωπος που Επέζησε από Δύο Ατομικές Βόμβες
Tsutomu Yamaguchi — Χιροσίμα και Ναγκασάκι, 1945
Υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία που η μοίρα φαίνεται σαν να σχεδιάζει ένα αστείο τόσο σκοτεινό, τόσο αδιανόητο, που κανένας σεναριογράφος δεν θα τολμούσε να το γράψει. Στις 6 Αυγούστου 1945, στις 8:15 το πρωί, ένας Ιάπωνας μηχανικός βρίσκεται σε επαγγελματικό ταξίδι στη Χιροσίμα όταν ο ουρανός σκίζεται στα δύο από μια λάμψη χίλιων ήλιων. Σηκώνεται, τραυματισμένος, τυφλός στο ένα μάτι, καμένος στο μισό σώμα. Γλιτώνει. Γυρίζει σπίτι του, στο Ναγκασάκι.
Τρεις μέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου, περιγράφει στον προϊστάμενό του τι είδε στη Χιροσίμα — μια μόνο βόμβα, λέει, κατέστρεψε ολόκληρη πόλη. Ο προϊστάμενος τον κοιτάζει απιστευτικά. «Είσαι τρελός», λέει. «Πώς μπορεί μια βόμβα να καταστρέψει μια ολόκληρη πόλη;» Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο ουρανός του Ναγκασάκι σκίζεται ξανά.
Αυτό δεν είναι μυθιστόρημα. Δεν είναι ταινία. Είναι η ζωή του Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι — του μοναδικού ανθρώπου στην ιστορία που αναγνωρίστηκε επίσημα από την ιαπωνική κυβέρνηση ως επιζών και των δύο ατομικών βομβαρδισμών. Ένας άνθρωπος που κοίταξε δύο ατομικούς ήλιους κατάματα και αρνήθηκε να κλείσει τα μάτια.
Ο Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1916 στο Ναγκασάκι, μια ακμάζουσα λιμενική πόλη στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού Κιούσιου. Το Ναγκασάκι ήταν εδώ και αιώνες η πύλη της Ιαπωνίας προς τον κόσμο — η μοναδική πόλη που κατά τη διάρκεια της πολιτικής απομόνωσης της χώρας διατηρούσε εμπορικές σχέσεις με τους Ολλανδούς. Μια πόλη με ιστορία, με λιμάνι, με ζωή.
Ο νεαρός Γιαμαγκούτσι ήταν ήσυχος, μεθοδικός, ακριβής — ιδιότητες που τον οδήγησαν φυσικά στη μηχανική. Στη δεκαετία του 1930, μπήκε στη Mitsubishi Heavy Industries, τον κολοσσό της ιαπωνικής βαριάς βιομηχανίας, ως σχεδιαστής πετρελαιοφόρων πλοίων. Στα γραφεία σχεδιασμού του Ναγκασάκι, με χάρακα και μολύβι, σχεδίαζε τις γραμμές πλοίων που θα μετέφεραν πετρέλαιο σε μια αυτοκρατορία πεινασμένη για ενέργεια.
Ήταν μια δουλειά σιωπηλή, ακαδημαϊκής ακρίβειας, σε κάποια στιγμή τόσο μακρινή από τον πόλεμο που πλησίαζε, που μπορούσε κανείς να ξεχάσει ότι αυτά τα πλοία θα υπηρετούσαν μια πολεμική μηχανή. Ο Γιαμαγκούτσι, από τη δική του μεριά, δεν ήθελε τον πόλεμο. «Δεν πίστευα ποτέ ότι η Ιαπωνία έπρεπε να ξεκινήσει πόλεμο», θα δήλωνε αργότερα. Αλλά η γνώμη ενός απλού σχεδιαστή δεν μετρούσε πολύ στην αυτοκρατορική Ιαπωνία του 1940.
Καθώς ο πόλεμος εντεινόταν, οι πρώτες ύλες γίνονταν σπάνιες, τα πετρελαιοφόρα βυθίζονταν από αμερικανικά υποβρύχια, και η ναυπηγική βιομηχανία στέναζε κάτω από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα. Ο Γιαμαγκούτσι, σαν πολλοί Ιάπωνες της εποχής, έβλεπε με τρόμο τη χώρα να βαδίζει προς τον γκρεμό. Σε κάποια στιγμή, η απελπισία του ήταν τόσο βαθιά που σκέφτηκε να δώσει υπνωτικά χάπια στην οικογένειά του αν η Ιαπωνία έχανε — μια σκέψη τόσο σκοτεινή που αποκαλύπτει πόσο αφόρητη ήταν η πίεση πάνω στους κοινούς ανθρώπους εκείνης της εποχής.
Το καλοκαίρι του 1945, ο Γιαμαγκούτσι βρισκόταν σε τρίμηνο επαγγελματικό ταξίδι στη Χιροσίμα, μαζί με δύο συναδέλφους, τον Ακίρα Ιβανάγκα και τον Κουνιγιόσι Σάτο. Δούλεψαν μέρες, εβδομάδες, σχεδιάζοντας λεπτομέρειες πλοίων σε γραφεία που μύριζαν χαρτί και μελάνι. Η Χιροσίμα, παρά τον πόλεμο, ήταν μια πόλη που ακόμα ανέπνεε — παιδιά πήγαιναν σχολείο, νοικοκυρές ψώνιζαν στις αγορές, οι ποταμοί κυλούσαν ήρεμα κάτω από τις γέφυρες.
Στις 6 Αυγούστου, η τρίμηνη αποστολή τελείωνε. Οι τρεις μηχανικοί ετοιμάζονταν να φύγουν. Ο Γιαμαγκούτσι βάδιζε προς τον σταθμό, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκε ότι είχε ξεχάσει κάτι πίσω: το χάνκο του — τη σφραγίδα ταυτοποίησης που χρησιμοποιεί κάθε Ιάπωνας αντί υπογραφής. Χωρίς αυτό, δεν μπορούσε να επικυρώσει κανένα επίσημο έγγραφο. Γύρισε πίσω να το πάρει.
Αυτή η στιγμή — η στιγμή που ξέχασε μια μικρή ξύλινη σφραγίδα — θα τον έσωζε και θα τον καταδίκαζε ταυτόχρονα. Αν δεν είχε γυρίσει, θα ήταν στον σταθμό, ίσως μέσα στο τρένο, ίσως ήδη στο δρόμο προς το Ναγκασάκι. Αντ" αυτού, βρέθηκε στους δρόμους της Χιροσίμα στις 8:15 το πρωί, βαδίζοντας προς τις αποβάθρες, σε απόσταση μόλις τριών χιλιομέτρων από το σημείο μηδέν.
Τι είναι το χάνκο;
Το χάνκο (判子) είναι μια προσωπική σφραγίδα, συνήθως από ξύλο ή ελεφαντοστό, που χρησιμοποιούν οι Ιάπωνες αντί υπογραφής σε συμβάσεις, τραπεζικές συναλλαγές και επίσημα έγγραφα. Ήταν — και εν μέρει παραμένει — αναπόσπαστο μέρος της ιαπωνικής γραφειοκρατίας.
Στις 8:15 ακριβώς, ο Γιαμαγκούτσι βάδιζε δίπλα σε ένα χωράφι πατάτας κοντά στις αποβάθρες. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό — μια συνήθεια εκείνων των ημερών, που τα αμερικανικά βομβαρδιστικά πετούσαν σε μεγάλο ύψος πάνω από τις ιαπωνικές πόλεις. Εντόπισε ένα B-29, το Enola Gay, και δύο μικρά αλεξίπτωτα που πέφτανε από αυτό. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, μια λάμψη χιλίων ήλιων σχίστηκε τον ορίζοντα.
«Υπήρξε μια τεράστια αστραπή στον ουρανό, και ανατινάχτηκα στον αέρα», θα θυμηθεί αργότερα. Το ωστικό κύμα τον χτύπησε σαν τείχος αόρατου σιδήρου, τον εκσφενδόνισε μέτρα μακριά, τον κύλησε στο χώμα σαν κούκλα. Τα τύμπανα και στα δύο αυτιά του ράγισαν — στο αριστερό μόνιμα. Τυφλώθηκε προσωρινά. Σοβαρά εγκαύματα κάλυψαν το αριστερό μέρος του πάνω μισού του σώματος — πρόσωπο, λαιμός, χέρι.
Ξύπνησε μέσα σε ένα τοπίο αποκάλυψης. Η Χιροσίμα δεν υπήρχε πια — ή μάλλον, υπήρχε μόνο ως ερείπιο. Κτίρια ισοπεδωμένα, φωτιές παντού, σύννεφα σκόνης και στάχτης που μαύριζαν τον ουρανό. Και ένα τεράστιο, μανιταρόσχημο σύννεφο που ανέβαινε πάνω από ό,τι κάποτε ήταν η καρδιά μιας πόλης 340.000 ανθρώπων.
Ο Γιαμαγκούτσι σύρθηκε ως ένα καταφύγιο αεροπορικών επιδρομών. Εκεί, ανάμεσα σε ετοιμοθάνατους και τραυματίες, ξαπόστασε. Όταν ανέκτησε αρκετές δυνάμεις, ξεκίνησε να ψάξει τους συναδέλφους του. Τους βρήκε — ζωντανούς κι αυτούς, τραυματισμένους αλλά ικανούς να βαδίσουν. Μαζί πέρασαν τη νύχτα σε ένα καταφύγιο, περιτριγυρισμένοι από πτώματα και ετοιμοθανάτους, ακούγοντας τις κραυγές μιας πόλης που πέθαινε.
«Σκεφτόμουν ότι πέθανα. Ότι αυτό που βλέπω είναι η κόλαση. Αλλά η κόλαση δεν πονάει τόσο πολύ — γι' αυτό κατάλαβα ότι ήμουν ακόμα ζωντανός.»
— Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι, σε συνέντευξη για τη Χιροσίμα
Την επόμενη μέρα, 7 Αυγούστου, οι τρεις μηχανικοί αποφάσισαν να γυρίσουν στο Ναγκασάκι. Δεν υπήρχε λόγος να μείνουν — η Χιροσίμα δεν υπήρχε πια, τα γραφεία τους είχαν καταστραφεί, η αποστολή τους είχε χάσει κάθε νόημα. Κατάφεραν να βρουν τρένο — ένα θαύμα αυτό καθ' εαυτό, δεδομένου ότι μισή πόλη είχε εξαφανιστεί.
Το τρένο ταξίδεψε μέσα από ένα τοπίο που δεν αναγνώριζαν. Τα προάστια της Χιροσίμα, κάποτε γεμάτα ξύλινα σπιτάκια και κήπους, ήταν τώρα μια επίπεδη, καμένη πεδιάδα. Σαν κάποιος να είχε πατήσει ολόκληρη την πόλη με τη φτέρνα του. Ο Γιαμαγκούτσι, πονεμένος, γεμάτος εγκαύματα, έβλεπε μέσα από το παράθυρο χωρίς να μπορεί να μιλήσει.
Φτάνοντας στο Ναγκασάκι, ο Γιαμαγκούτσι πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο. Οι γιατροί τον επέδεσαν — εγκαύματα βαθμού δύο και τρία σε πρόσωπο, αυτί, χέρι. Ο αριστερός τυμπανικός υμένας είχε ραγίσει ανεπανόρθωτα. Ξεκίνησε θεραπεία, αλλά τα εγκαύματα ήταν τόσο σοβαρά που χρειαζόταν μόνιμη αλλαγή επιδέσμων. Παρόλα αυτά, ο Γιαμαγκούτσι αποφάσισε να πάει στη δουλειά.
Η αφοσίωση αυτή μπορεί να φαίνεται ακατανόητη σε σύγχρονα δυτικά μάτια, αλλά στην Ιαπωνία του 1945, η εργατική ηθική ήταν ισοδύναμη με πατριωτικό καθήκον. Ο Γιαμαγκούτσι, τυλιγμένος σε επιδέσμους σαν μούμια, παρουσιάστηκε στο γραφείο της Mitsubishi στο Ναγκασάκι στις 9 Αυγούστου, τρεις μέρες μετά τη Χιροσίμα. Αυτό που ακολούθησε θα μπορούσε να θεωρηθεί κοσμική φάρσα — αν δεν ήταν τόσο τραγικό.
Στις 9 Αυγούστου 1945, στις 11:00 το πρωί, ο Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι καθόταν στο γραφείο του προϊσταμένου του στο εργοστάσιο της Mitsubishi στο Ναγκασάκι. Με επιδέσμους στο πρόσωπο, ένα αυτί που δεν άκουγε, εγκαύματα πυρετωμένα κάτω από τη γάζα, περιέγραφε αυτό που είχε ζήσει στη Χιροσίμα. Μια βόμβα, εξηγούσε. Μια μόνο βόμβα κατέστρεψε ολόκληρη πόλη.
Ο προϊστάμενος τον κοίταξε σκεπτικά. «Είσαι τρελός», του απάντησε. «Πώς είναι δυνατόν μια μόνο βόμβα να καταστρέψει μια ολόκληρη πόλη;» Η αντίδραση ήταν κατανοητή — μέχρι εκείνη τη μέρα, κανένα όπλο του κόσμου δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Ο πόλεμος είχε φέρει τεράστιες ζημιές στις ιαπωνικές πόλεις, αλλά πάντα από εκατοντάδες βόμβες σε μεγάλες αεροπορικές επιδρομές. Μία βόμβα; Αδύνατο.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή — τη στιγμή που η λέξη «αδύνατο» αιωρούνταν ακόμα στον αέρα — ένα λευκό φως πλημμύρισε το δωμάτιο. Μιλάμε πάλι για τρία χιλιόμετρα απόσταση από το σημείο μηδέν — σχεδόν η ίδια ακριβώς απόσταση με τη Χιροσίμα. Σαν η μοίρα να ακολουθούσε ένα σαρδόνιο σενάριο, το B-29 «Bockscar» μόλις είχε ρίξει τη βόμβα «Fat Man» πάνω στο Ναγκασάκι.
«Νόμισα ότι το σύννεφο-μανιτάρι της Χιροσίμα με ακολούθησε από εκεί μέχρι εδώ.»
— Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι, για τη στιγμή της δεύτερης βόμβας
Αυτή τη φορά, κάτι σχεδόν ανεξήγητο συνέβη: ο Γιαμαγκούτσι δεν τραυματίστηκε σοβαρά. Το κτίριο τον προστάτεψε μερικώς, τα κύματα ωστικής πίεσης τον αναστάτωσαν αλλά δεν τον γκρέμισαν. Ωστόσο, οι επιδέσμοι του από τη Χιροσίμα αχρηστεύτηκαν, και ο Γιαμαγκούτσι εκτέθηκε ξανά στην ακτινοβολία — μια διπλή δόση που θα τον κυνηγούσε για τα υπόλοιπα 65 χρόνια της ζωής του.
Ο πυρετός ήρθε αμέσως. Αδιάκοπος εμετός για πάνω από μια εβδομάδα. Τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν. Η ραδιενέργεια είχε αρχίσει τη σιωπηλή, αργή δουλειά της πάνω στα κύτταρά του. Αλλά ο Γιαμαγκούτσι ανέπνεε ακόμα. Ήταν ζωντανός — ο μοναδικός γνωστός άνθρωπος στον κόσμο που είχε σταθεί σε τρία χιλιόμετρα από δύο διαφορετικούς ατομικούς ήλιους και είχε ζήσει για να το διηγηθεί.
Η ραδιενέργεια είναι ο πιο ύπουλος εχθρός που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Δεν φαίνεται, δεν μυρίζει, δεν ακούγεται. Απλά εισχωρεί στα κύτταρα, σπάει τα χρωμοσώματα, μεταλλάσσει το DNA, και περιμένει — εβδομάδες, μήνες, χρόνια, δεκαετίες — ώσπου οι βλάβες ωριμάσουν σε νόσο, σε καρκίνο, σε θάνατο.
Ο Γιαμαγκούτσι υπέστη διπλή έκθεση. Στη Χιροσίμα, η βόμβα «Little Boy» εξαπέλυσε τεράστιες ποσότητες γάμμα ακτινοβολίας και νετρονίων. Στο Ναγκασάκι, η βόμβα «Fat Man» — μια βόμβα πλουτωνίου, διαφορετικού τύπου — πρόσθεσε νέα δόση στο ήδη βομβαρδισμένο σώμα του. Η συνδυασμένη δόση ήταν εξωπραγματική. Κάτω από κανονικές συνθήκες, θα τον σκότωνε εντός εβδομάδων.
Αλλά ο Γιαμαγκούτσι δεν πέθανε. Αντιθέτως, ανάρρωσε — αν και η λέξη «ανάρρωσε» είναι σχετική. Τα μαλλιά του ξαναφύτρωσαν αργά. Τα εγκαύματα σχημάτισαν ουλές που θα κρατούσε για πάντα. Το αριστερό αυτί παρέμεινε κουφό. Η κόρη του θυμάται ότι μέχρι τα δώδεκά της, ο πατέρας της ήταν μόνιμα τυλιγμένος σε επιδέσμους — δώδεκα ολόκληρα χρόνια μετά τις βόμβες.
Και η ραδιενέργεια περίμενε. Σιωπηλή. Υπομονετική. Μέσα στα κύτταρά του, μικροσκοπικές βλάβες πολλαπλασιάζονταν, μεταλλάξεις συσσωρεύονταν, χρονοδιακόπτες βιολογικοί ξεκινούσαν αντίστροφες μετρήσεις που θα εκδηλώνονταν δεκαετίες αργότερα.
Μετά τον πόλεμο, κατά τη διάρκεια της αμερικανικής κατοχής, ο Γιαμαγκούτσι εργάστηκε ως μεταφραστής για τα στρατεύματα κατοχής. Η ικανότητά του στη γλώσσα, σε συνδυασμό με τη μεθοδική του σκέψη, τον έκανε πολύτιμο. Αλλά πίσω από τη νέα δουλειά, ο σκιά της ραδιενέργειας ακολουθούσε κάθε βήμα του.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Γιαμαγκούτσι και η γυναίκα του Χισάκο — κι εκείνη επιζήσασα του βομβαρδισμού του Ναγκασάκι — πήραν μια απόφαση που φαίνεται τόσο απλή όσο και ηρωική: αποφάσισαν να κάνουν παιδιά. Σε μια εποχή που κανείς δεν ήξερε τι κάνει η ραδιενέργεια στα μωρά, τι μεταλλάξεις μπορεί να περάσουν στην επόμενη γενιά, ο Γιαμαγκούτσι και η Χισάκο αποφάσισαν να εμπιστευτούν τη ζωή. Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Κατσουτόσι, τη Τοσίκο και τη Ναόκο.
Το 1957, η ιαπωνική κυβέρνηση αναγνώρισε επίσημα τους επιζώντες των ατομικών βομβαρδισμών ως «χιμπακούσα» (被爆者) — «πρόσωπα πληγέντα από έκρηξη». Η αναγνώριση κατέστησε τον Γιαμαγκούτσι δικαιούχο ιατρικής περίθαλψης και επιδόματος. Όμως, η πιστοποίησή του αναγνώριζε μόνο ότι ήταν παρών στο Ναγκασάκι — η Χιροσίμα δεν αναφερόταν πουθενά.
Ο Γιαμαγκούτσι δεν διαμαρτυρήθηκε. Ήταν ικανοποιημένος που ήταν σχετικά υγιής, είχε οικογένεια, είχε δουλειά. Γύρισε στη Mitsubishi, σχεδιάζοντας ξανά πετρελαιοφόρα — αυτή τη φορά για μια Ιαπωνία που ξαναχτιζόταν, όχι για μια αυτοκρατορία που αυτοκαταστρεφόταν. Και προσπάθησε να αφήσει τις βόμβες πίσω του.
Για δεκαετίες, ο Γιαμαγκούτσι σιώπησε. Η κουλτούρα της μεταπολεμικής Ιαπωνίας δεν ενθάρρυνε τη δημόσια συζήτηση για τους βομβαρδισμούς — η ντροπή, η ενοχή, η επιθυμία να προχωρήσουν μπροστά κρατούσαν πολλούς χιμπακούσα σε σιωπή. Κάποιοι αντιμετώπιζαν και κοινωνικό στίγμα — ο φόβος της ραδιενέργειας έκανε μερικούς Ιάπωνες να αποφεύγουν τους επιζώντες, φοβούμενοι «μόλυνση».
Αλλά καθώς ο Γιαμαγκούτσι γερνούσε, κάτι άλλαξε μέσα του. Στα ογδόντα του, αποφάσισε να σπάσει τη σιωπή. Έγραψε ένα βιβλίο για τις εμπειρίες του, με τίτλο «Ικασαρετεϊρού Ινότσι» — «Μια Ζωή Καλά Ζησμένη». Δημοσίευσε ποιήματα. Μίλησε σε δημοσιογράφους, σε ντοκιμαντερίστες, σε κάμερες. Η φωνή του, αδύναμη αλλά σταθερή, μετέφερε ένα μήνυμα απλό και κοφτερό: τα πυρηνικά όπλα πρέπει να εξαλειφθούν.
«Ο λόγος που μισώ την ατομική βόμβα δεν είναι αυτό που κάνει στα κτίρια ή στους δρόμους. Είναι αυτό που κάνει στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου.»
— Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι
Το 2006, συμμετείχε σε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Twice Survived: The Doubly Atomic Bombed of Hiroshima and Nagasaki» — «Δύο Φορές Επιζώντες» — που κατέγραφε τις ιστορίες 165 ανθρώπων που, όπως εκείνος, βρέθηκαν και στους δύο βομβαρδισμούς. Το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε στα Ηνωμένα Έθνη. Εκεί, ο Γιαμαγκούτσι μίλησε ζωντανά, ζητώντας τη κατάργηση των πυρηνικών. Η φωνή του, μέσα από ένα τηλέφωνο (ήταν πλέον πολύ αδύναμος για να ταξιδέψει), αντήχησε σε μια αίθουσα γεμάτη διπλωμάτες.
«Δεν μπορώ να καταλάβω», είπε, «γιατί ο κόσμος δεν μπορεί να κατανοήσει την αγωνία των πυρηνικών βομβών. Πώς μπορούν να συνεχίζουν να αναπτύσσουν αυτά τα όπλα;»
Τον Ιανουάριο του 2009, στα 92 του χρόνια, ο Γιαμαγκούτσι υπέβαλε αίτηση στην ιαπωνική κυβέρνηση για κάτι που μέχρι τότε θεωρούσε περιττό: να αναγνωριστεί επίσημα ως «νιζού χιμπακούσα» — διπλός επιζών. Η υπάρχουσα πιστοποίησή του αναγνώριζε μόνο το Ναγκασάκι. Η Χιροσίμα, η πρώτη βόμβα, εκείνη η τρομακτική λάμψη που τον εκσφενδόνισε στα τρία χιλιόμετρα, δεν υπήρχε σε κανένα επίσημο χαρτί.
Γιατί τώρα, μετά από 64 χρόνια; Η απάντησή του ήταν εκπληκτικά ρεαλιστή: «Η διπλή ραδιενεργός μου έκθεση θα γίνει πλέον επίσημο κυβερνητικό αρχείο. Μπορεί να πει στη νεότερη γενιά τη φρικτή ιστορία των ατομικών βομβαρδισμών ακόμα και μετά τον θάνατό μου.» Δεν ήθελε αναγνώριση για τον εαυτό του — ήθελε ένα αδιάψευστο τεκμήριο ότι αυτό πραγματικά συνέβη, ότι ένας άνθρωπος μπορεί να σταθεί δύο φορές μπροστά στον πυρηνικό ήλιο και να ζήσει, ότι αυτά τα πράγματα δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβούν.
Τον Μάρτιο του 2009, η αίτησή του έγινε δεκτή. Ο Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι έγινε ο μοναδικός άνθρωπος που αναγνωρίστηκε επίσημα από κυβέρνηση ως επιζών και των δύο ατομικών βομβαρδισμών. Εκεί, σε ηλικία 93 ετών, σε ένα νοσοκομείο του Ναγκασάκι, ο άνθρωπος που είχε πει «είσαι τρελός» σε αυτόν μισόν αιώνα νωρίτερα δικαιώθηκε. Δεν ήταν τρελός. Ήταν μάρτυρας.
Οι 165 νιζού χιμπακούσα
Αν και ο Γιαμαγκούτσι είναι ο μοναδικός «επίσημα αναγνωρισμένος» διπλός επιζών, τουλάχιστον 165 άνθρωποι είναι γνωστό ότι βίωσαν και τους δύο βομβαρδισμούς. Πολλοί ήταν εργαζόμενοι που, όπως ο Γιαμαγκούτσι, βρίσκονταν σε επαγγελματικό ταξίδι στη Χιροσίμα και γύρισαν στο Ναγκασάκι — σπίτι τους — ακριβώς πριν τη δεύτερη βόμβα.
Τον Δεκέμβριο του 2009, ο σκηνοθέτης James Cameron και ο συγγραφέας Charles Pellegrino επισκέφτηκαν τον Γιαμαγκούτσι στο νοσοκομείο του Ναγκασάκι. Ο Cameron ήθελε να κάνει ταινία για τα πυρηνικά όπλα, και ο Γιαμαγκούτσι ενθουσιάστηκε με την ιδέα. «Νομίζω ότι είναι πεπρωμένο του Cameron και του Pellegrino να κάνουν μια ταινία για τα πυρηνικά», είπε — αυτό ήταν ένα από τα τελευταία ντοκουμεντέ λόγια του.
Ο Γιαμαγκούτσι ήξερε ότι πέθαινε. Ο καρκίνος του στομάχου — σχεδόν σίγουρα αποτέλεσμα της διπλής ραδιενεργού έκθεσης — είχε εξαπλωθεί. Η γυναίκα του, η Χισάκο, είχε ήδη πεθάνει το 2008, στα 88 της, από καρκίνο νεφρού και ήπατος — κι εκείνη θύμα της ραδιενέργειας. Ο γιος τους, Κατσουτόσι, είχε πεθάνει το 2005 σε ηλικία 59 ετών. Τα τρία παιδιά τους υπέφεραν από προβλήματα υγείας σε όλη τη ζωή τους — η ραδιενέργεια δεν πέρασε μόνο μέσα από τον Γιαμαγκούτσι, πέρασε και στους κληρονόμους του.
Στις 4 Ιανουαρίου 2010, ο Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι πέθανε στο Ναγκασάκι, στα 93 του χρόνια. Πέθανε στην πόλη που τον γέννησε, στην πόλη που βομβαρδίστηκε δεύτερη, στην πόλη που ο ίδιος είχε γυρίσει σπίτι — σπίτι στο μάτι ενός πυρηνικού τυφώνα.
Η είδηση του θανάτου του έκανε τον γύρο του κόσμου. Τα μέσα ενημέρωσης τον αποκάλεσαν «τον πιο τυχερό άνθρωπο στον κόσμο» — ή «τον πιο άτυχο». Το BBC τον αποκάλεσε «The Unluckiest Man in the World» σε μια κωμική εκπομπή, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Η κόρη του, η Τοσίκο, δήλωσε: «Δεν μπορώ να συγχωρήσω ότι η εμπειρία της ατομικής βόμβας γίνεται αντικείμενο γέλιου στη Βρετανία, μια χώρα που διαθέτει δικά της πυρηνικά. Αισθάνομαι θλίψη μάλλον παρά οργή.»
Ας βάλουμε αριθμούς σε αυτήν την ιστορία, γιατί οι αριθμοί μερικές φορές λένε αυτά που τα λόγια αδυνατούν. Η βόμβα του Little Boy στη Χιροσίμα είχε ισχύ 15 κιλοτόνων TNT. Σκότωσε 80.000 ανθρώπους ακαριαία, και έως 140.000 συνολικά μέχρι το τέλος του 1945. Η βόμβα Fat Man στο Ναγκασάκι είχε ισχύ 21 κιλοτόνων — μεγαλύτερη, αλλά η τοπογραφία λόφων του Ναγκασάκι περιόρισε τη ζημιά. Σκότωσε περίπου 40.000 ακαριαία, 70.000 μέχρι τέλος τους 1945.
Συνολικά: 210.000 νεκροί σε τρεις ημέρες. Από δύο βόμβες. Αυτός ο αριθμός φαίνεται τεράστιος — και είναι. Αλλά σκεφτείτε αυτό: τα σημερινά θερμοπυρηνικά όπλα έχουν ισχύ εκατοντάδων ή χιλιάδων κιλοτόνων. Μια μόνο σύγχρονη πυρηνική κεφαλή μπορεί να κάνει τη Χιροσίμα να μοιάζει με πυροτέχνημα. Και ο κόσμος σήμερα διαθέτει — σύμφωνα με εκτιμήσεις — περίπου 12.500 τέτοιες κεφαλές.
Ο Γιαμαγκούτσι κατανοούσε αυτήν την αριθμητική καλύτερα από οποιονδήποτε πολιτικό, στρατηγό ή φυσικό. Την κατανοούσε με το δέρμα του, με τα σπασμένα τύμπανά του, με τα κύτταρα που μεταλλάσσονταν αργά μέσα του. «Τα πυρηνικά όπλα δεν είναι πολιτικό ζήτημα», έλεγε. «Είναι ζήτημα πόνου. Και ο πόνος δεν χρειάζεται μετάφραση.»
Η ερώτηση που τίθεται πάντα με τον Γιαμαγκούτσι είναι αυτή: ήταν ο πιο τυχερός ή ο πιο άτυχος άνθρωπος στον κόσμο; Η αντίθεση φαίνεται παράδοξη αλλά δεν είναι ψεύτικη. Από τη μία: βρέθηκε στο σημείο μηδέν δύο ατομικών βομβών και γλίτωσε. Ίσως ο πιο τυχερός άνθρωπος που πάτησε ποτέ τη γη. Από την άλλη: βρέθηκε στο σημείο μηδέν δύο ατομικών βομβών. Ποιος θα ήθελε μια τέτοια «τύχη»;
Ο ίδιος ο Γιαμαγκούτσι έδωσε τη δική του απάντηση σε αυτό το δίλημμα, κι ήταν πιο βαθιά από ό,τι περίμενε κανείς. Σε μια συνέντευξη, είπε: «Αρχικά δεν αισθανόμουν την ανάγκη να τραβήξω προσοχή στη θέση μου ως διπλός επιζών. Αλλά αργότερα, άρχισα να θεωρώ την επιβίωσή μου ως πεπρωμένο.» Δεν ήταν ούτε τύχη ούτε κατάρα — ήταν αποστολή. Έζησε γιατί είχε κάτι να πει, γιατί κάποιος έπρεπε να σηκωθεί μέσα από τη στάχτη και να φωνάξει: «Αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί.»
Η ιστορία τού Γιαμαγκούτσι αποκαλύπτει κάτι ανατριχιαστικό για τη σχέση μας με τα πυρηνικά: τα έχουμε εξοικειωθεί. Τα πυρηνικά κεφαλή κουλούρια σε σιλό, τα υποβρύχια που κουβαλούν αρκετή δύναμη για να αφανίσουν χώρες ολόκληρες — αυτά τα πράγματα γίνονται, κάποια στιγμή, αόρατα. Χρειάζεται ένας Γιαμαγκούτσι — ένας άνθρωπος που μπήκε δύο φορές μέσα στη φωτιά και βγήκε ζωντανός — για να μας θυμίσει τι πραγματικά σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, αυτές οι κεφαλές, αυτά τα κουμπιά.
Στις 16 Μαρτίου 1916, γεννιέται ένα μωρό στο Ναγκασάκι. Θα μεγαλώσει, θα γίνει μηχανικός, θα σχεδιάσει πλοία, θα αγαπήσει μια γυναίκα, θα κάνει παιδιά. Θα ξεχάσει ένα χάνκο σε ένα γραφείο στη Χιροσίμα, θα γυρίσει να το πάρει, θα δει τον ουρανό να σχίζεται. Θα σηκωθεί, θα γυρίσει σπίτι, θα τον πούνε τρελό. Θα δει τον ουρανό να σχίζεται ξανά.
Θα χάσει την ακοή στο ένα αυτί. Θα χάσει τη γυναίκα του, τον γιο του. Θα τυλίξει τα εγκαύματά του σε επιδέσμους για δώδεκα χρόνια. Θα γράψει ποιήματα. Θα μιλήσει στα Ηνωμένα Έθνη. Θα ζητήσει να εξαλειφθούν τα πυρηνικά. Θα τον λοιδορήσουν σε βρετανικές κωμικές εκπομπές. Θα τον αποκαλέσουν τυχερό, άτυχο, τρελό, ήρωα.
Θα πεθάνει στα 93 του από καρκίνο στομάχου — τη σιωπηλή κληρονομιά της ραδιενέργειας που βρήκε τον σκοπό της 65 χρόνια μετά τη λάμψη.
Αλλά σε ένα σημείο αυτής της ζωής — σε κάποια στιγμή ανάμεσα στην πρώτη λάμψη και τον τελευταίο καρκίνο — ο Τσουτόμου Γιαμαγκούτσι έκανε κάτι που λίγοι μπορούν: μετέτρεψε τον πόνο σε μήνυμα. Δεν πικράθηκε, δεν κρύφτηκε, δεν σιώπησε για πάντα. Πήρε τα εγκαύματά του και τα μετέτρεψε σε λέξεις. Πήρε τον τρόμο του και τον μετέτρεψε σε ποιήματα. Πήρε τη μοίρα του — αυτήν την αδιανόητη, σχεδόν βλάσφημη μοίρα — και τη μετέτρεψε σε διδαχή.
«Μια Ζωή Καλά Ζησμένη», ονόμασε το βιβλίο του. Και αυτή ήταν η τελική απάντησή του στο ερώτημα αν ήταν τυχερός ή άτυχος. Δεν ήταν κανένα από τα δύο. Ήταν κάτι πολύ σπανιότερο: ήταν ένας άνθρωπος που αψήφησε δύο ήλιους — και αντί να τυφλωθεί, είδε πιο καθαρά από ποτέ.
