Στις 21 Αυγούστου 1911, ένας κοντός Ιταλός εργάτης ονόματι Vincenzo Peruggia μπήκε στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, αποκόλλησε τη Μόνα Λίζα από τον τοίχο, την τύλιξε στη ρόμπα του — και βγήκε. Ένας υδραυλικός του άνοιξε την κλειδωμένη πόρτα. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Κανείς δεν κατάλαβε. Για 28 ώρες, κανείς δεν πρόσεξε ότι λείπει ο πιο διάσημος πίνακας στον κόσμο.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η φωτιά Triangle: η τραγωδία που άλλαξε τα εργατικά
1911 η κλοπή · 2+ χρόνια εξαφανισμένη · 1 κλέφτης · 0 ζημιά στον πίνακα
Ο Vincenzo Peruggia γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1881, στη Dumenza — ένα μικρό χωριό στις ιταλικές Άλπεις, κοντά στα σύνορα με την Ελβετία. Ήταν γιος εργάτη, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση ή φιλοδοξίες. Το 1908, μετακόμισε στο Παρίσι αναζητώντας δουλειά.
Βρήκε εργασία στο Μουσείο του Λούβρου — καθάριζε πίνακες, τοποθετούσε κορνίζες, κατασκεύαζε προστατευτικές θήκες. Ήταν ο ίδιος μέλος της ομάδας που κατασκεύασε το γυάλινο κάλυμμα της Μόνα Λίζα. Γνώριζε πώς λειτουργεί η ασφάλεια — και πόσο ανύπαρκτη ήταν. Η είσοδος στο μουσείο ήταν δωρεάν. Οι φύλακες ελάχιστοι. Ο Peruggia ήταν μόλις 1,60 μέτρα, αδύνατος, με μουστάκι — ο τελευταίος άνθρωπος που θα υποψιαζόσουν.
Δευτέρα, 21 Αυγούστου 1911. Ημέρα κλεισίματος — κάθε Δευτέρα το καλοκαίρι το μουσείο ήταν κλειστό για το κοινό. Ο Peruggia μπήκε γύρω στις 7 το πρωί, από την πόρτα που χρησιμοποιούσαν οι εργάτες, φορώντας τη λευκή ρόμπα εργασίας — αδιάκριτος ανάμεσα στο υπόλοιπο προσωπικό.
Όταν η αίθουσα Salon Carré άδειασε, ο Peruggia αποκόλλησε τη Μόνα Λίζα από τα τέσσερα σιδερένια στηρίγματα που την κρατούσαν στον τοίχο — ανάμεσα σε πίνακες του Correggio και του Τιτσιάνο. Πήγε σε μια κοντινή σκάλα υπηρεσίας, αφαίρεσε το γυάλινο προστατευτικό και την κορνίζα, και τα έκρυψε πίσω από φοιτητικά έργα που ήταν αποθηκευμένα στο πλατύσκαλο.
Ο πίνακας — ζωγραφισμένος σε ξύλο, μόλις 77 × 53 εκατοστά — ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει κάτω από τη ρόμπα ενός ανθρώπου 1,60. Αντ" αυτού, ο Peruggia έβγαλε τη ρόμπα, τύλιξε τον πίνακα μέσα σ' αυτήν, τον έβαλε κάτω από τη μασχάλη του — και κατέβηκε τις σκάλες. Στην έξοδο, η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Ένας υδραυλικός, πιστεύοντας ότι ήταν υπάλληλος, του ξεκλείδωσε. Ο Peruggia βγήκε στον δρόμο με τη Μόνα Λίζα κάτω από το μπράτσο του.
Ο διευθυντής του Λούβρου, που ήταν σε διακοπές, είχε καυχηθεί: «Να κλέψουν τη Μόνα Λίζα; Αυτό είναι σαν να σκεφτεί κανείς ότι μπορεί να κλέψει τους πύργους της Παναγίας των Παρισίων.»
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η κλοπή τέχνης στο μουσείο Gardner: 500 εκατομμύρια
Τρίτη πρωί, 22 Αυγούστου. Τυπική μέρα. Ένας ζωγράφος μπαίνει στην αίθουσα Salon Carré για να σκιτσάρει τη Μόνα Λίζα — σύνηθες φαινόμενο, οι ζωγράφοι αντέγραφαν πίνακες καθημερινά. Βλέπει τέσσερα κενά στηρίγματα στον τοίχο. Ρωτάει τον φύλακα. «Μάλλον την πήραν για φωτογράφηση», απαντάει εκείνος.
Περνούν ώρες. Κανείς δεν ανησυχεί. Ο υπεύθυνος τέχνης ήταν σε διακοπές. Ο υπουργός Τέχνης είχε δώσει εντολή: «Μη με ενοχλήσετε εκτός αν καεί το Λούβρο ή κλαπεί η Τζοκόντα.» Μέχρι που κάποιος ελέγχει — και ανακαλύπτει ότι η Μόνα Λίζα δεν βρίσκεται σε κανένα εργαστήριο, σε κανένα φωτογραφικό στούντιο. Πανικός. Τουλάχιστον 60 αστυνομικοί σαρώνουν το Λούβρο αναζητώντας στοιχεία.
Η κλοπή έγινε παγκόσμια είδηση. Εφημερίδες σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη — όλες πρωτοσέλιδο. Το Λούβρο έκλεισε για μία εβδομάδα. Ο αξιωματικός που ανέλαβε την έρευνα δήλωσε σιγούρος: «Η κλοπή έγινε ημέρα κλεισίματος, γνωρίζουμε ποιοι μπήκαν και βγήκαν — η έρευνα θα διαρκέσει δύο-τρεις μέρες.»
Δεν διήρκεσε δύο μέρες. Διήρκεσε δύο χρόνια. Η αστυνομία ανέκρινε δεκάδες — μεταξύ τους ο ποιητής Guillaume Apollinaire, που συνελήφθη και φυλακίστηκε, και ο Pablo Picasso, που κλήθηκε ως ύποπτος. Ερευνήθηκαν επιβάτες υπερωκεάνιου πριν απoπλεύσει. Στη Νέα Υόρκη, η αστυνομία έψαξε πλοίο. Εφημερίδες πρόσφεραν αμοιβές. Εκατοντάδες ψεύτικα στοιχεία έφταναν καθημερινά.
Εν τω μεταξύ, χιλιάδες κόσμου πήγαιναν στο Λούβρο — για να κοιτάξουν τον κενό τοίχο. Ένας επισκέπτης περιέγραψε πώς ήταν «ανάμεσα σε πλήθος περίεργων, που κοιτούσαν τον άδειο χώρο όπου κρεμόταν η περίφημη κυρία.» Η Μόνα Λίζα γινόταν πιο διάσημη τώρα που έλειπε.
«Ο κόσμος πηγαίνει στο Λούβρο για να δει τον άδειο τοίχο. Η Μόνα Λίζα είναι πιο διάσημη τώρα που λείπει παρά όταν κρεμόταν εκεί.»
Ο Peruggia πήρε τον πίνακα στο μικρό διαμέρισμά του στο Παρίσι. Τον τοποθέτησε σε ξύλινο μπαούλο, κάτω από το κρεβάτι. Εκεί η Μόνα Λίζα έμεινε — κρυμμένη, τυλιγμένη σε ύφασμα, σε ένα δωμάτιο μισθωμένο για λίγα φράγκα τη βδομάδα — για δύο ολόκληρα χρόνια.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Ο απατεώνας που πούλησε τον Πύργο του Άιφελ
Η αστυνομία ανέκρινε τον Peruggia δύο φορές στο διαμέρισμά του. Τη δεύτερη φορά, ο ντετέκτιβ κάθισε στο τραπέζι κάτω από το οποίο ήταν κρυμμένος ο πίνακας — κι έγραψε εκεί την αναφορά του. Δεν τον ανακάλυψε. Αν και τα δαχτυλικά αποτυπώματα του Peruggia ήταν στο γυάλινο πλαίσιο, η αστυνομική φωτογραφία του υπήρχε στα αρχεία (είχε συλληφθεί το 1909), κι ήταν γνωστό ότι είχε κατασκευάσει το προστατευτικό γυαλί — η αστυνομία ξέχασε να προσθέσει το όνομά του στον κατάλογο δαχτυλικών αποτυπωμάτων προς αντιπαραβολή.
Ο ντετέκτιβ έγραψε την αναφορά του ακουμπώντας στο τραπέζι κάτω από το οποίο κρυβόταν ο πίνακας. Η πιο μεγάλη κλοπή τέχνης του 20ού αιώνα ήταν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη του.
Ο Peruggia ισχυρίστηκε πάντα ότι η κλοπή ήταν πατριωτική πράξη. «Είμαι Ιταλός και δεν θέλω να επιστρέψει ο πίνακας στο Λούβρο», δήλωσε. Πίστευε ότι ο Ναπολέων είχε λεηλατήσει τον πίνακα από την Ιταλία — πράγμα αναληθές. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι πήρε τον πίνακα μαζί του στη Γαλλία ο ίδιος, το 1516, ως δώρο στον βασιλιά Φραγκίσκο Α΄ — 250 χρόνια πριν γεννηθεί ο Ναπολέων.
Αλλά γράμματα που έστελνε στον πατέρα του αποκαλύπτουν διαφορετικά κίνητρα. Τέσσερις μήνες μετά την κλοπή έγραψε: «Το Παρίσι είναι εκεί που θα κάνω την περιουσία μου — και θα έρθει σε μία κίνηση.» Τον επόμενο χρόνο: «Κάνω μια ευχή για εσένα, να ζήσεις πολύ και να απολαύσεις το βραβείο που ετοιμάζει ο γιος σου για σένα και ολόκληρη την οικογένεια.» Στο σημειωματάριό του υπήρχαν ονόματα δισεκατομμυριούχων: Rockefeller, Carnegie.
Υπάρχει κι μια τρίτη θεωρία: ο Αργεντινός απατεώνας Eduardo de Valfierno είχε παραγγείλει πλαστά αντίγραφα της Μόνα Λίζα στον Γάλλο πλαστογράφο Yves Chaudron. Σχεδίαζε να τα πουλήσει ως «γνήσια» — αλλά μόνο αν ο αρχικός πίνακας εξαφανιζόταν. Χρησιμοποίησε τον Peruggia για να πραγματοποιήσει τη κλοπή; Η θεωρία βασίζεται σε ένα μοναδικό άρθρο του 1932, χωρίς εξωτερική επιβεβαίωση. Αλλά ταιριάζει στην εικόνα.
Μετά από δύο χρόνια, ο Peruggia αποφάσισε να κινηθεί. Είδε αγγελίες αντικέρ σε ιταλική εφημερίδα και πήρε τον πίνακα με τρένο στην Ιταλία. Εγκαταστάθηκε σε ένα φθηνό δωμάτιο ξενοδοχείου στη Φλωρεντία — δεν μπορούσε καν να πληρώσει τον λογαριασμό.
Τον Δεκέμβριο του 1913, επικοινώνησε με τον Alfredo Geri, ιδιοκτήτη γκαλερί τέχνης στη Φλωρεντία, υπογράφοντας ως «Leonardo V.» Πρόσφερε να πουλήσει τη Μόνα Λίζα για 500.000 λιρέτες. Ο Geri κάλεσε τον Giovanni Poggi, διευθυντή της Uffizi, για πιστοποίηση. Ο Peruggia άνοιξε μια βαλίτσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου — και εκεί, τυλιγμένη σε κόκκινο ύφασμα, ανάμεσα σε κάλτσες και εσώρουχα, βρισκόταν η Μόνα Λίζα. Ο Poggi πιστοποίησε τη γνησιότητα. Αφού πήραν τον πίνακα «για ασφαλή φύλαξη», ειδοποίησαν την αστυνομία. Σύλληψη.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η μέρα που ο ήλιος εξαφανίστηκε και ο κόσμος πανικοβλήθηκε
Η αντίδραση της Ιταλίας ήταν μοναδική: ο Peruggia έγινε εθνικός ήρωας. Πλήθη τον χειροκρότησαν. Εφημερίδες τον αποκάλεσαν «πατριώτη». Οι New York Times τιτλοφόρησαν: «Φλωρεντινοί σε εξέγερση για τη Μόνα Λίζα — Πλήθος 30.000 σαρώνει την αστυνομία για να δει τον κλεμμένο πίνακα.»
Πριν επιστραφεί στο Λούβρο, ο πίνακας εκτέθηκε σε ιταλικά μουσεία — στη Φλωρεντία, τη Ρώμη, το Μιλάνο. Εκατομμύρια Ιταλοί πήγαν να τον δουν. Η δίκη ήταν σχεδόν κωμωδία. Ο δικαστικός ψυχίατρος Paolo Amaldi του έθεσε ένα αίνιγμα: «Δύο πουλιά σε ένα δέντρο. Αν ένας κυνηγός πυροβολήσει ένα, πόσα μένουν;» Ο Peruggia απάντησε: «Ένα!» Η σωστή απάντηση ήταν κανένα — γιατί το δεύτερο θα πετούσε μακριά. Ο Amaldi τον αποκάλεσε «ηλίθιο.» Αυτό, σε συνδυασμό με τη λαϊκή πίεση, οδήγησε σε ήπια ποινή: ένα έτος και 15 μέρες κλείσιμο — που σε έφεση μειώθηκε σε μόλις 7 μήνες.
«Ήταν, ξεκάθαρα, ένας κλασικός αποτυχημένος.»
Ο Peruggia αφέθηκε ελεύθερος και υπηρέτησε στον ιταλικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αιχμαλωτίστηκε από την Αυστρο-Ουγγαρία και κρατήθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου για δύο χρόνια μέχρι τη λήξη του πολέμου. Μετά τον πόλεμο παντρεύτηκε την Annunciata Rossi, απέκτησε μία κόρη — την Celestina — και επέστρεψε στη Γαλλία.
Εργάστηκε ξανά ως ελαιοχρωματιστής, χρησιμοποιώντας το βαφτιστικό του όνομα, Pietro Peruggia. Δεν κέρδισε ποτέ χρήματα από τη κλοπή. Δεν έγινε ποτέ πλούσιος. Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1925 — ανήμερα τα 44α γενέθλιά του — από καρδιακή προσβολή, στο Saint-Maur-des-Fossés, προάστιο του Παρισιού. Ο θάνατός του δεν αναφέρθηκε ευρέως, γιατί χρησιμοποιούσε το όνομα Pietro — κι έτσι κανείς δεν τον συνέδεσε με τον θρυλικό κλέφτη.
Η Μόνα Λίζα επέστρεψε στο Λούβρο στις 4 Ιανουαρίου 1914. Σήμερα, περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι τη βλέπουν κάθε χρόνο — πίσω από αλεξίσφαιρο γυαλί, σε κλιματιζόμενη θήκη, με μόνιμη φρουρά ασφαλείας. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού 2024, η τελετή έναρξης αναφέρθηκε στη κλοπή — τα κινηματογραφικά Minions «κλέβοντας» τον πίνακα σε σκηνή χιούμορ.
Η ιστορία αποκαλύπτει κάτι βαθιά παράδοξο: ο άνθρωπος που έκλεψε τη Μόνα Λίζα δεν κατέστρεψε τη φήμη της — τη δημιούργησε. Πριν την κλοπή, ο πίνακας ήταν σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα δημοφιλής. Ήταν η κλοπή, τα πρωτοσέλιδα, ο κενός τοίχος και η αστυνομική ανικανότητα που μετέτρεψαν ένα αριστούργημα σε παγκόσμιο εικονίδιο. Κι ο Peruggia; Πέθανε σχεδόν ξεχασμένος, χωρίς να έχει βγάλει ούτε ένα φράγκο.
