Η Catherine Susan Genovese — «Κίτι» για τους φίλους της — ήταν μια 28χρονη Ιταλοαμερικανίδα που ζούσε στο Kew Gardens, μια ήσυχη γειτονιά στο Queens. Εργαζόταν ως manager σε ένα μπαρ, το Ev's Eleventh Hour, και γυρνούσε σπίτι αργά τα βράδια. Ήταν ζωηρή, κοινωνική, αγαπημένη στη γειτονιά. Ζούσε με τη σύντροφό της, τη Mary Ann Zielonko, σε ένα μικρό διαμέρισμα πάνω από κατάστημα.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Πείραμα Asch: λες ψέματα μόνο για να μη ξεχωρίσεις;
Η Κίτι είχε γεννηθεί στο Μπρούκλιν αλλά μετακόμισε στο Queens για να ζήσει μακριά από την αποδοκιμασία της οικογένειάς της. Ήταν γνωστή στη γειτονιά για το πλατύ χαμόγελό της και τις βραδινές κουβέντες με τους ιδιοκτήτες γειτονικών καταστημάτων.
Εκείνο το βράδυ, η Κίτι τελείωσε τη βάρδιά της γύρω στις 3 τα ξημερώματα. Οδήγησε το κόκκινο Fiat της μέσα στη σκοτεινή γειτονιά, πάρκαρε σε απόσταση τριάντα μέτρων από την είσοδο του σπιτιού της, και άρχισε να περπατά. Δεν γνώριζε ότι κάποιος την παρακολουθούσε.
Ο Ουίνστον Μόσλεϊ, ένας 29χρονος λογιστής, πατέρας δύο παιδιών, χωρίς ποινικό ιστορικό, την πλησίασε από πίσω. Δεν τη γνώριζε. Δεν είχε κανένα κίνητρο πέρα από τη σαδιστική του ώθηση. Την μαχαίρωσε δύο φορές στην πλάτη.
Η Κίτι ούρλιαξε: «Ω Θεέ μου, με μαχαίρωσε! Βοήθεια!» Ένα παράθυρο άνοιξε σε ψηλό πάτωμα πολυκατοικίας. Ένας γείτονας φώναξε: «Άφησε αυτή τη γυναίκα ήσυχη!» Ο Μόσλεϊ υποχώρησε στο σκοτάδι. Η Κίτι σύρθηκε μακριά, αιμορραγώντας, ψάχνοντας απεγνωσμένα μια πόρτα. Κανείς δεν κατέβηκε να τη βοηθήσει.
Δέκα λεπτά αργότερα, ο Μόσλεϊ επέστρεψε. Είχε αλλάξει καπέλο για να μη τον αναγνωρίσουν. Βρήκε την Κίτι στο πίσω μέρος του κτιρίου, στην είσοδο μιας σκάλας, σχεδόν αναίσθητη. Την μαχαίρωσε ξανά, πολλές φορές. Την λήστεψε. Τη βίασε. Και έφυγε.
Η Κίτι πέθανε στο ασθενοφόρο, στο δρόμο για το νοσοκομείο Queens General. Ηταν 3:50 τα ξημερώματα — τριάντα πέντε λεπτά μετά την πρώτη κραυγή. Η αστυνομία κάλεσε βοήθεια μόλις στις 3:50 — τριάντα πέντε λεπτά μετά την πρώτη κραυγή. Ο μοναδικός που τελικά τηλεφώνησε ήταν ένας γείτονας που πρώτα πήρε τηλέφωνο μια φίλη στο Λονγκ Άιλαντ για να ρωτήσει «τι πρέπει να κάνω».
📖 Διαβάστε περισσότερα: Πείραμα Milgram: θα σκότωνες αν σου το ζητούσαν;
Δύο εβδομάδες μετά τη δολοφονία, στις 27 Μαρτίου 1964, η New York Times δημοσίευσε ένα πρώτης σελίδας άρθρο με τίτλο: «37 Who Saw Murder Didn't Call the Police» (37 που είδαν δολοφονία δεν κάλεσαν την αστυνομία). Ο αριθμός σύντομα στρογγυλοποιήθηκε σε 38. Το άρθρο, γραμμένο από τον αρθρογράφο Martin Gansberg, περιέγραφε μια σκηνή εφιαλτικής αδιαφορίας: δεκάδες ανθρώπους πίσω από τα παράθυρα που παρακολουθούσαν μια γυναίκα να σφαγιάζεται σε αργή κίνηση, χωρίς κανείς να σηκώσει τηλέφωνο.
Η αντίδραση ήταν εκρηκτική. Η υπόθεση Genovese έγινε σύμβολο μιας κοινωνίας που χάνει την ανθρωπιά της. Κήρυγμα σε εκκλησίες, άρθρα σε περιοδικά, συζητήσεις στο Κογκρέσο. Ο Τύπος κατακεραύνωσε τους κατοίκους του Kew Gardens ως ψυχρούς, αναίσθητους, ηθικά χρεοκοπημένους.
Τα γράμματα αναγνωστών στην Times ήταν οργισμένα. «Τι φταίει με αυτή τη χώρα;» ρωτούσαν. «Πώς είναι δυνατόν 38 άνθρωποι να ακούν μια γυναίκα να πεθαίνει και να μη κάνουν τίποτα;» Η ερώτηση δεν ήταν ρητορική. Δύο νέοι ψυχολόγοι αποφάσισαν να τη μελετήσουν με επιστημονικό τρόπο.
Οι John Darley και Bibb Latané, κοινωνικοί ψυχολόγοι στο Πανεπιστήμιο Columbia, δεν ικανοποιήθηκαν με την εύκολη εξήγηση ότι οι γείτονες ήταν απλώς «κακοί άνθρωποι». Υποψιάστηκαν ότι κάτι βαθύτερο συνέβαινε — κάτι που αφορούσε τη βασική ανθρώπινη ψυχολογία.
Το 1968, δημοσίευσαν την πρωτοποριακή τους μελέτη. Σχεδίασαν πειράματα στα οποία άτομα αντιμετώπιζαν κάποιου είδους «έκτακτη ανάγκη» — π.χ. ένα άτομο που παθαίνει κρίση — παρουσία άλλων ή μόνοι τους. Τα αποτελέσματα ήταν σαρωτικά: όταν κάποιος ήταν μόνος, βοηθούσε σχεδόν πάντα. Όταν ήταν σε ομάδα, η πιθανότητα παρέμβασης κατέρρεε.
Ονόμασαν αυτό το φαινόμενο «bystander effect» — φαινόμενο παρατηρητή. Η βασική ιδέα: σε κατάσταση ομάδας, κάθε άτομο θεωρεί ότι κάποιος άλλος θα αναλάβει δράση. Η ευθύνη «διαχέεται» ανάμεσα στους παρατηρητές — και τελικά κανείς δεν κάνει τίποτα. Δεν πρόκειται για σκληρότητα. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη γνωστική παγίδα.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Μαζική υστερία: πώς αρρωσταίνει μια πόλη χωρίς λόγο
Μεταγενέστερα πειράματα επιβεβαίωσαν τα ευρήματα σε δεκάδες πολιτισμικά πλαίσια. Το φαινόμενο παρατηρητή δεν ήταν αμερικανικό πρόβλημα — ήταν ανθρώπινο πρόβλημα. Εμφανίζεται σε κάθε κοινωνία, σε κάθε εποχή, κάθε φορά που ένα πλήθος αντιμετωπίζει μια κρίση.
Για δεκαετίες, η ιστορία παρέμεινε ανέγγιχτη. Τριάντα οκτώ σκληρόκαρδοι γείτονες. Μια πόλη χωρίς ψυχή. Μια κοινωνία σε ηθική κρίση. Αλλά στις αρχές του 21ου αιώνα, δημοσιογράφοι και ερευνητές άρχισαν να ξεσκαλίζουν τα πραγματικά γεγονότα, και η εικόνα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη.
Ο αριθμός 38 ήταν σε μεγάλο βαθμό κατασκευασμένος. Ο Α. Μ. Ρόζενταλ, αρχισυντάκτης της Times, παραδέχτηκε αργότερα ότι ο αριθμός ήταν «μια εκτίμηση». Πολλοί από τους λεγόμενους «μάρτυρες» δεν είδαν στην πραγματικότητα τίποτα — άκουσαν κραυγές αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε. Κάποιοι νόμιζαν ότι επρόκειτο για καβγά ζευγαριού ή μεθυσμένους. Τουλάχιστον ένα άτομο κάλεσε πράγματι την αστυνομία, αλλά η κλήση χάθηκε στη γραφειοκρατία.
Το 2016, η δημοσιογράφος Κέβιν Κουκ δημοσίευσε το βιβλίο «Kitty Genovese: The Murder, the Bystanders, the Crime that Changed America», στο οποίο αποδόμησε σχεδόν κάθε πτυχή της αρχικής αφήγησης. Η πρώτη επίθεση δεν ήταν ορατή από τα περισσότερα παράθυρα. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Οι κραυγές ήταν σύντομες. Και η δεύτερη επίθεση — η θανατηφόρα — έγινε σε κλειστό χώρο, στο κλιμακοστάσιο, μακριά από τα μάτια των γειτόνων.
Ο Ουίνστον Μόσλεϊ συνελήφθη έξι μέρες μετά τη δολοφονία, κατά τη διάρκεια μιας κλοπής σε σπίτι. Στην ανάκριση, ομολόγησε ψύχραιμα τη δολοφονία της Κίτι, καθώς και δύο ακόμα δολοφονίες γυναικών. Περιέγραψε τις πράξεις του με κλινική αποστασιοποίηση, χωρίς μεταμέλεια.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Η νύχτα που ολόκληρη πόλη έμεινε ξύπνια χωρίς λόγο
Το 1968, ο Μόσλεϊ απέδρασε από τη φυλακή κατά τη διάρκεια νοσηλείας σε νοσοκομείο. Κράτησε πέντε ομήρους σε ένα σπίτι πριν συλληφθεί ξανά — ένα γεγονός που ενίσχυσε τη δημόσια οργή εναντίον του.
Καταδικάστηκε αρχικά σε θάνατο, αλλά η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια έγκλειση μετά από έφεση. Μέσα στη φυλακή, ο Μόσλεϊ απέκτησε πτυχίο κοινωνιολογίας. Υπέβαλε πολλές αιτήσεις αποφυλάκισης — όλες απορρίφθηκαν. Σε μια συνεδρίαση, η αδερφή της Κίτι, η Μπιλ Γκενοβέζε, του είπε κατάματα: «Η Κίτι δεν πήρε ποτέ δεύτερη ευκαιρία. Γιατί να πάρεις εσύ;»
Ο Μόσλεϊ πέθανε στη φυλακή το 2016, σε ηλικία 81 ετών, αφού εξέτισε 52 χρόνια. Ήταν ένας από τους κρατούμενους με τη μεγαλύτερη διάρκεια φυλάκισης στην ιστορία της Νέας Υόρκης.
Η δολοφονία της Κίτι Γκενοβέζε — ή μάλλον η τρομακτική αφήγηση γύρω από αυτή — είχε βαθιές επιπτώσεις. Η πόλη της Νέας Υόρκης δημιούργησε το σύστημα εκτάκτου ανάγκης 911, εν μέρει ως άμεση αντίδραση στην υπόθεση. Πριν το 911, οι πολίτες έπρεπε να γνωρίζουν τον τοπικό αριθμό του αστυνομικού τμήματος — κάτι που στη σύγχυση μιας έκτακτης ανάγκης σπάνια συνέβαινε. Η ιδέα ενός ενιαίου αριθμού που μπορεί κανείς να καλέσει χωρίς δισταγμό πηγάζει ευθέως από τη βραδιά εκείνη στο Kew Gardens.
Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, το φαινόμενο παρατηρητή έγινε ένα από τα πιο μελετημένα θέματα στην κοινωνική ψυχολογία. Διδάσκεται σε κάθε πανεπιστήμιο στον κόσμο. Έδωσε αφορμή για εκατοντάδες μελέτες, πειράματα, βιβλία και ντοκιμαντέρ. Η «Κίτι Γκενοβέζε» έγινε συνώνυμο της αδράνειας μπροστά στο κακό — ακόμα κι αν η πλήρης αλήθεια ήταν πιο αποχρωσμένη.
Η Μαίρη Αν Ζιελόνκο, η σύντροφος της Κίτι, εξαφανίστηκε από τη δημόσια ζωή για δεκαετίες. Μόλις το 2004 μίλησε δημόσια για πρώτη φορά, περιγράφοντας τον πόνο τεσσάρων δεκαετιών. Η ταυτότητά της ως σύντροφος παραμερίστηκε στα αρχικά ρεπορτάζ — τα 60s δεν ήταν φιλική εποχή για ομοφυλόφιλες σχέσεις.
Η ιστορία της Κίτι Γκενοβέζε περιέχει δύο τραγωδίες. Η πρώτη είναι η ίδια η δολοφονία — μια βίαιη, αδικαιολόγητη πράξη ενάντια σε μια αθώα γυναίκα. Η δεύτερη είναι ο τρόπος που η ιστορία χρησιμοποιήθηκε: διαστρεβλωμένη, απλοποιημένη, μετατρεπόμενη σε παραβολή. Οι 38 μάρτυρες δεν ήταν 38 — και πολλοί δεν ήταν μάρτυρες. Αλλά ο αριθμός ήταν τόσο δυνατός, η αφήγηση τόσο συγκλονιστική, που η αλήθεια δεν μπόρεσε ποτέ να τον φτάσει. Κι αυτό, ίσως, είναι ένα ακόμα «φαινόμενο παρατηρητή»: βλέπουμε μια ιστορία να ξετυλίγεται μπροστά μας, ψεύτικη, και κανείς δεν την αμφισβητεί — γιατί όλοι περιμένουν κάποιον άλλον να το κάνει.
