Αυτό ακριβώς συνέβη τον Ιανουάριο του 1962 σε ένα μικρό σχολείο δίπλα στη λίμνη Βικτόρια, στη χώρα που τότε ονομαζόταν Τανγκανίκα — και σήμερα γνωρίζουμε ως Τανζανία. Τρία κορίτσια ξεκίνησαν να γελούν. Και μέσα σε 18 μήνες, η «επιδημία γέλιου» είχε αναγκάσει 14 σχολεία να κλείσουν και είχε προσβάλει πάνω από 1.000 ανθρώπους.
Δεν ήταν αστείο. Δεν ήταν κωμωδία. Ήταν κάτι πολύ πιο σκοτεινό.
Και τότε, τρία κορίτσια ξεκίνησαν να γελούν.
Κανείς δεν ξέρει τι πυροδότησε εκείνο το πρώτο γέλιο. Ίσως ένα αστείο, ίσως μια νευρική αντίδραση, ίσως τίποτα. Αλλά αντί να σταματήσει μετά από λίγα δευτερόλεπτα, όπως θα ήταν φυσιολογικό, το γέλιο συνέχισε. Και εξαπλώθηκε.
Εντός ημερών, 95 από τις 159 μαθήτριες είχαν «μολυνθεί». Γελούσαν ακατάπαυστα. Δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν στα μαθήματα. Δεν μπορούσαν να φάνε κανονικά. Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Τα επεισόδια κρατούσαν από μερικές ώρες μέχρι 16 ημέρες — με μέσο όρο 7 ημέρες ανά κορίτσι.
Στο χωριό Nshamba, 90 χιλιόμετρα δυτικά του Bukoba, όπου ζούσαν πολλές από τις μαθήτριες, 217 κάτοικοι — κυρίως νέοι — παρουσίασαν κρίσεις γέλιου μέσα σε 34 ημέρες. Η οικογένειες μηνύθηκαν από τους γείτονες. Το σχολείο μηνύθηκε για «μετάδοση» της νόσου.
Τον Ιούνιο, η επιδημία εξαπλώθηκε στο γυμνάσιο θηλέων Ramashenye — 48 κορίτσια προσβλήθηκαν. Ακολούθησαν κι άλλα σχολεία. Το χωριό Kanyangereka επηρεάστηκε. Σε ακτίνα 160 χιλιομέτρων γύρω από το Bukoba, η επιδημία σάρωνε κοινότητα μετά από κοινότητα.
Όταν το σχολείο του Kashasha ξανάνοιξε στις 21 Μαΐου, ένα δεύτερο κύμα χτύπησε — 57 νέα κρούσματα. Το σχολείο ξανάκλεισε στα τέλη Ιουνίου.
Συνολικά, 14 σχολεία αναγκάστηκαν να κλείσουν. Πάνω από 1.000 άνθρωποι «νόσησαν». Η επιδημία κράτησε 18 ολόκληρους μήνες.
Οι προσβεβλημένοι εμφάνισαν επίσης ακατάσχετο κλάμα, γενικευμένη ανησυχία, πόνο, λιποθυμίες, αναπνευστικά προβλήματα και δερματικά εξανθήματα. Ήταν σαν το σώμα τους να είχε χάσει κάθε έλεγχο — μια έκρηξη συναισθημάτων που εκδηλωνόταν με κάθε δυνατό τρόπο.
Κανένας δεν πέθανε. Αλλά η ζωή σταμάτησε. Σχολεία κλειστά, οικογένειες σε αναταραχή, κοινότητες σε πανικό. Ο κόσμος δεν ήξερε τι ήταν αυτό — ιός; Κατάρα; Δηλητηρίαση; Οι γιατροί δεν βρήκαν κανέναν ιό, κανένα βακτήριο, καμία τοξίνη.
Ο γλωσσολόγος Christian Hempelmann, που μελέτησε εκτενώς το φαινόμενο, θεωρεί ότι η αιτία ήταν κοινωνική. Το 1962, η Τανγκανίκα μόλις είχε κερδίσει την ανεξαρτησία της. Οι μαθητές αντιμετώπιζαν πρωτόγνωρες πιέσεις: γονείς και δάσκαλοι απαιτούσαν υψηλές επιδόσεις. Οι παλιές παραδόσεις συγκρούονταν με νέες ιδέες. Τα κορίτσια, κλεισμένα σε ένα αυστηρό οικοτροφείο ιεραποστολής, ζούσαν ανάμεσα σε δύο κόσμους — τον παραδοσιακό συντηρητισμό του σπιτιού και τις νέες αντιλήψεις του σχολείου.
Ο κοινωνιολόγος Robert Bartholomew και ο ψυχίατρος Simon Wessely ονόμασαν αυτή τη διαδικασία «αντίδραση μετατροπής» — conversion reaction. Η ψυχική πίεση, χωρίς δίοδο έκφρασης, μετατρέπεται σε σωματικά συμπτώματα. Και σε μια κλειστή κοινότητα εφήβων, η μετατροπή γίνεται μεταδοτική.
Τον Ιούλιο του 1518, στο Στρασβούργο (τότε μέρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), μια γυναίκα ονόματι Frau Troffea βγήκε στον δρόμο και ξεκίνησε να χορεύει. Δεν σταμάτησε. Χόρευε ημέρα και νύχτα, χωρίς μουσική, χωρίς λόγο. Μέσα σε μια εβδομάδα, 34 άνθρωποι είχαν ενωθεί μαζί της. Εντός ενός μηνός, ο αριθμός έφτασε τους 400. Μερικοί πέθαναν από εξάντληση, εγκεφαλικό ή καρδιακό.
Οι αρχές αντέδρασαν με τον πιο αντιφατικό τρόπο: άνοιξαν αίθουσες χορού και προσκάλεσαν μουσικούς, πιστεύοντας ότι οι χορευτές θα «ξεπερνούσαν» τη μανία τους χορεύοντας περισσότερο. Φυσικά, αυτό χειροτέρεψε τα πράγματα.
Ένα χρόνο μετά την επιδημία γέλιου στην Τανγκανίκα, τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 1963, δύο επιδημίες «μανίας τρεξίματος» ξέσπασαν στη γειτονική Ουγκάντα. Άνθρωποι ξεκινούσαν ξαφνικά να τρέχουν ακατάσχετα, παρουσιάζοντας πόνο στο στήθος, επιθετικότητα, εξάντληση και κατάθλιψη. Τα τρία φαινόμενα — γέλιο, χορός, τρέξιμο — είχαν κοινό παρονομαστή: μια κοινωνία σε βαθιά κρίση ταυτότητας.
Ο Benjamin Kagwa, που μελέτησε τα φαινόμενα μαζικής υστερίας στην Ανατολική Αφρική, προειδοποίησε: «Δεν πρέπει να νομίζουμε ούτε για μια στιγμή ότι αυτό αφορά μόνο τους Αφρικανούς. Υπάρχουν πλούσια ιστορικά στοιχεία ότι συναισθηματικές αναταραχές με υστερία εκδηλώνονται κάθε φορά που οι πολιτιστικές ρίζες ενός λαού κλονίζονται ξαφνικά.»
Και πράγματι: μαζική υστερία έχει καταγραφεί σε εργοστάσια στη Μαλαισία, σε σχολεία στη Βρετανία, σε στρατόπεδα στις ΗΠΑ. Δεν είναι θέμα κουλτούρας ή εποχής. Είναι θέμα ανθρώπινης ψυχολογίας.
Αλλά η ιστορία αφήνει πίσω της ένα ερώτημα που δεν απαντιέται εύκολα: αν τρία κορίτσια σε ένα αφρικανικό σχολείο μπόρεσαν, χωρίς να το θέλουν, να πυροδοτήσουν ένα φαινόμενο που εξαπλώθηκε σε 1.000 ανθρώπους, τι σημαίνει αυτό για εμάς σήμερα;
Σε μια εποχή κοινωνικών δικτύων, μαζικού πανικού, viral τάσεων και συλλογικού στρες, η «επιδημία γέλιου» δεν είναι απλώς μια παράξενη ιστορική ανεκδότη. Είναι μια προειδοποίηση. Τα συναισθήματα μεταδίδονται. Και μερικές φορές, αυτό που μοιάζει με γέλιο είναι στην πραγματικότητα κραυγή.
📖 Διαβάστε περισσότερα: Μαζική υστερία: πώς αρρωσταίνει μια πόλη χωρίς λόγο